fbpx
katagma-molinsi-1

Λοίμωξη μετά από κάταγμα: Αιτίες και τρόποι αντιμετώπισης

Πολλές φορές η θέση των οστών, μετά από ένα κάταγμα, είναι τέτοια που δεν μπορεί να διορθωθεί σωστά και να διατηρηθεί σε γύψο. Αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στη μελλοντική λειτουργία του άκρου και σε αυτή την περίπτωση, είναι αναγκαίο το κάταγμα να αντιμετωπιστεί χειρουργικά.

Μία από τις πιο δύσκολες επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν, μετά την χειρουργική επέμβαση ενός κατάγματος, είναι η μόλυνση (λοίμωξη) του σημείου.

Μια τέτοια λοίμωξη θα πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα, καθώς σε διαφορετική περίπτωση, είναι πιθανό να οδηγήσει σε μόνιμη λειτουργική απώλεια ή ακόμη και σε ακρωτηριασμό του προσβεβλημένου άκρου.

Αιτία εμφάνισης λοίμωξης μετά από κάταγμα

Οι λοιμώξεις εμφανίζονται συνήθως μετά από ένα κάταγμα όταν τα βακτήρια εισέλθουν στο σώμα, κατά την ώρα του τραυματισμού.

Εάν το οστό σπάσει και κάποια θραύσματά του βγουν και προεξέχουν από το δέρμα, τότε το κάταγμα ονομάζεται «ανοικτό» ή επιπλεγμένο. Το δέρμα λειτουργεί ως «φράγμα» για τους εξωτερικούς μολυσματικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των βακτηρίων. 

Ωστόσο, όταν το δέρμα ανοίξει, τα βακτήρια μπορούν εύκολα να εισέλθουν στο σπασμένο οστό και να προκαλέσουν λοίμωξη.

Αν και ασυνήθιστο, βακτήρια μπορούν να εισέλθουν στο σώμα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης οστεοσύνθεσης των σπασμένων οστών ή και αργότερα, κατά την επούλωση του τραύματος. 

Κατά τη διάρκεια της επέμβασης οστεοσύνθεσης ενός κατάγματος, ο χειρουργός κάνει μια τομή στο δέρμα και τους μαλακούς ιστούς, ώστε να φτάσει στο σπασμένο οστό. Ο κίνδυνος ανάπτυξης λοίμωξης σε αυτό το στάδιο είναι εξαιρετικά χαμηλός. Για την πρόληψη, χορηγούνται επίσης πριν από τη χειρουργική επέμβαση αντιβιοτικά που μειώνουν τον κίνδυνο μόλυνσης.

Σπανίως, λοίμωξη μπορεί να εμφανιστεί στο χειρουργημένο σημείο αρκετό καιρό μετά την επούλωση του τραύματος. Αυτό οφείλεται σε βακτήρια που εισέρχονται στο σώμα κατά τη διάρκεια μιας άλλης χειρουργικής επέμβασης (π.χ. οδοντιατρικής) και προσκολλώνται στα εμφυτεύματα που έχουν τοποθετηθεί στην περιοχή του κατάγματος.

Άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη λοίμωξη μετά από ένα κάταγμα είναι οι εξής:

·        Σακχαρώδης διαβήτης

·        Ανοσολογικές ανεπάρκειες (όπως ο αυτοάνοσα νοσήματα ή HIV)

·        Ρευματοειδής αρθρίτιδα

·        Κάπνισμα

·        Παχυσαρκία

Συμπτώματα λοίμωξης μετά από κάταγμα

Μια λοίμωξη μετά από κάταγμα προκαλεί συνήθως:

·        Έντονο πόνο

·        Αίσθηση θερμότητας

·        Ερυθρότητα και έντονο πρήξιμο γύρω από την χειρουργημένη περιοχή

·        Πυρετό, ρίγος και νυχτερινή εφίδρωση

Μερικές φορές, μπορεί να σχηματιστεί ένας πυώδης συλλογή και απόστημα.Εάν η μόλυνση προσβάλει κάποια άρθρωση, ενδέχεται να ο ασθενής να παρουσιάσει έντονο πόνο και δυσκολία στην κίνηση της άρθρωσης.

Αντιμετώπιση λοίμωξης μετά από κάταγμα

Εάν η λοίμωξη προκύψει από ανοιχτό κάταγμα, τότε ο ασθενής χρειάζεται επείγουσα χειρουργική επέμβαση, ενώ παράλληλα ξεκινάει και η χορήγηση αντιβιοτικών. Ο χειρουργός θα καθαρίσει το τραύμα και θα αφαιρέσει τη λοίμωξη από το δέρμα, τους μαλακούς ιστούς και τα οστά.

Ανάλογα με τη σοβαρότητα του τραυματισμού, μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί αρκετές φορές αυτή η διαδικασία.

Εάν η λοίμωξη προκύψει μετά την επέμβαση, ο χειρουργός μπορεί αρχικά να την αντιμετωπίσει μόνο με αντιβιοτικά, αλλά πιθανότατα θα χρειαστεί επιπλέον χειρουργική επέμβαση για να καθαριστεί η μολυσμένη περιοχή.

Κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, ο γιατρός θα λάβει δείγματα από τον μολυσμένο ιστό για να ερευνήσει τον τύπο βακτηρίων που προκαλεί τη λοίμωξη. Αυτό το στάδιο μπορεί να απαιτήσει περισσότερες από μία χειρουργικές επεμβάσεις.

Εάν το τραύμα εμφανίσει πύον, ενδέχεται να τοποθετηθούν ειδικές παροχετεύσεις, για να απομακρυνθεί πλήρως και αποτελεσματικά. Επιπλέον, υπάρχει η δυνατότητα τοποθέτησης ειδικών συστημάτων απελευθέρωσης αντιβιοτικών στο τραύμα, σε μορφή σφαιριδίων.

Μόλις καθοριστεί ο τύπος του βακτηρίου, ο χειρουργός σε συνεργασία με έναν λοιμωξιολόγο, θα καθορίσουν τα κατάλληλα αντιβιοτικά, τα οποία ο ασθενής θα λάβει για τις επόμενες 6-12 εβδομάδες.

Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, εξετάζεται το ενδεχόμενο ακρωτηριασμού του μολυσμένου άκρου. Ο ακρωτηριασμός συνήθως εκτελείται μόνο ως σωτήρια επέμβαση για μια σοβαρή λοίμωξη που βρίσκεται επιβεβαιωμένα εκτός ελέγχου και αποτελεί κίνδυνο για τη ζωή του ασθενούς.

Μια λοίμωξη μετά από κάταγμα μπορεί να απαιτεί πολλαπλές επισκέψεις στο χειρουργείο, μακροχρόνια αντιβιοτική θεραπεία και μακρά περίοδο επούλωσης. Εάν, ωστόσο, μια λοίμωξη αντιμετωπιστεί επιτυχώς, σχεδόν όλοι οι ασθενείς θα αναρρώσουν χωρίς σοβαρά και διαρκή  προβλήματα.

Share this post